Illex coindetii / Todarodes sagittatus
Το Θράψαλο είναι ένα κεφαλόποδο μαλάκιο που συχνά συγχέεται με το Καλαμάρι, αν και πρόκειται για διαφορετικό είδος με ξεχωριστά ανατομικά χαρακτηριστικά. Το σώμα του είναι κυλινδρικό και καταλήγει σε δύο μικρά τριγωνικά πτερύγια στο πίσω μέρος, τα οποία σχηματίζουν μια αιχμή που θυμίζει βέλος ή ουρά πυραύλου. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του από το Καλαμάρι, το οποίο έχει πολύ μεγαλύτερα πτερύγια που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του σώματός του. Διαθέτει οκτώ πλοκάμια και δύο μακρύτερες συλληπτήριες κεραίες για να αρπάζει τη λεία του.
Στη Μεσόγειο συναντάμε κυρίως δύο είδη. Το Κοινό Θράψαλο (Illex coindetii) που είναι το πιο διαδεδομένο στην αγορά και το Ιπτάμενο Θράψαλο (Todarodes sagittatus) που είναι μεγαλύτερο και έχει την ικανότητα να εκτινάσσεται έξω από το νερό για να αποφύγει τους θηρευτές.
Είναι είδος που ζει κυρίως στα βαθιά νερά και στην ανοιχτή θάλασσα. Τη μέρα παραμένει σε μεγάλα βάθη που κυμαίνονται από 100 έως 800 μέτρα, κοντά στον βυθό. Τη νύχτα πραγματοποιεί κάθετες μεταναστεύσεις ανεβαίνοντας προς την επιφάνεια για να κυνηγήσει.
Είναι ένας εξαιρετικά λαίμαργος και επιθετικός κυνηγός. Τρέφεται με ψάρια όπως γαύρους, σαρδέλες και μπακαλιάρους, καθώς και με πελαγικά καρκινοειδή. Επίσης, εμφανίζει έντονο κανιβαλισμό, καθώς τα μεγαλύτερα άτομα συχνά τρώνε τα μικρότερα του ίδιου είδους.
Αλιεύεται κυρίως από επαγγελματικά σκάφη με τράτες βυθού αλλά και με ειδικές καλαμαριέρες που χρησιμοποιούν δυνατό φως τη νύχτα για να προσελκύσουν τα κοπάδια στην επιφάνεια. Το κρέας του είναι πιο σκληρό και λιγότερο γλυκό από του καλαμαριού, γι’ αυτό και η εμπορική του αξία είναι χαμηλότερη. Είναι ιδανικό για τηγάνισμα αφού μαλακώσει ή για μαγειρευτά φαγητά.
Σημαντικά Ευρήματα Ερευνών
Η IUCN κατατάσσει και τα δύο είδη ως Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern) καθώς οι πληθυσμοί τους είναι άφθονοι. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα θράψαλα παίζουν κρίσιμο ρόλο στο οικοσύστημα ως τροφή για μεγάλα θαλάσσια ζώα όπως οι ξιφίες, οι τόνοι και τα δελφίνια. Έρευνες για την ηλικία τους μέσω των σταθολίθων οστών του αυτιού επιβεβαίωσαν τον ταχύτατο ρυθμό ανάπτυξής τους, ο οποίος τους επιτρέπει να διπλασιάζουν το βάρος τους σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.