Ruvettus pretiosus
Το Λαδόψαρο, γνωστό και ως Τσιρίτζι, είναι ένα μεγάλο και εντυπωσιακό ψάρι των βαθιών νερών που ανήκει στην οικογένεια των Γεμπυλιδών (Gempylidae), την ίδια οικογένεια με τα φιδόψαρα. Το σώμα του είναι μακρόστενο, στιβαρό και ατρακτοειδές, με χρώμα που ποικίλλει από σκούρο καφέ έως μαύρο ή μενεξεδί.
Το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, εκτός από την λιπαρή σάρκα του, είναι το δέρμα του. Είναι εξαιρετικά τραχύ στην αφή, καθώς καλύπτεται από μικρά, σκληρά και αιχμηρά οστέινα εξογκώματα (bony tubercles) που θυμίζουν γυαλόχαρτο. Επίσης, διαθέτει μεγάλα μάτια που φωσφορίζουν ελαφρά (tapetum lucidum), προσαρμοσμένα για να βλέπουν στο σκοτάδι της μεσοπελαγικής ζώνης.
Είναι ένα βενθοπελαγικό είδος που ζει και μετακινείται στα όρια της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας. Απαντάται σε μεγάλα βάθη, συνήθως από 100 έως 800 μέτρα, αν και τα περισσότερα άτομα εντοπίζονται μεταξύ 200 και 400 μέτρων. Είναι μοναχικό ψάρι ή ζει σε ζευγάρια και σπανίως σχηματίζει κοπάδια.
Πρόκειται για ένα μεγάλο ψάρι. Το συνηθισμένο μήκος του κυμαίνεται από 80 έως 150 εκατοστά, με βάρος 10 έως 20 κιλά. Ωστόσο, μπορεί να φτάσει σε μέγιστο μήκος τα 3 μέτρα και βάρος που ξεπερνά τα 60 κιλά.
Είναι ένας γρήγορος και επιθετικός θηρευτής των βαθιών υδάτων. Τρέφεται κυρίως με ψάρια, κεφαλόποδα (καλαμάρια και θράψαλα) και καρκινοειδή. Συχνά πραγματοποιεί κάθετες μεταναστεύσεις, ανεβαίνοντας τη νύχτα σε ρηχότερα νερά για να κυνηγήσει τη λεία του.
Σημαντικά Ευρήματα Ερευνών
Η IUCN κατατάσσει το Λαδόψαρο στα είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern) λόγω της παγκόσμιας εξάπλωσής του. Οι επιστημονικές έρευνες έχουν εστιάσει στη φυσιολογία του και συγκεκριμένα στην ικανότητά του να συσσωρεύει κηρώδεις εστέρες στους ιστούς του. Αυτό το «λάδι» λειτουργεί ως μέσο πλευστότητας, επιτρέποντας στο ψάρι να κινείται με ελάχιστη ενέργεια στα βαθιά νερά, αντικαθιστώντας ουσιαστικά τον ρόλο της νηκτικής κύστης.