Mullus surmuletus
Το Μπαρμπούνι γνωστό και ως Πετρομπάρμπουνο είναι ένα από τα πιο διάσημα και αγαπητά ψάρια της Μεσογείου. Ανήκει στην οικογένεια των Μουλιδών (Mullidae) και ξεχωρίζει για το έντονο κοκκινωπό χρώμα του και τη νοστιμιά του. Το σώμα του είναι επίμηκες και πλευρικά συμπιεσμένο με χρώμα που ποικίλλει από κόκκινο της φωτιάς στη ράχη μέχρι ροζ και ασημένιο στην κοιλιά. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό που το ξεχωρίζει από την Κουτσομούρα είναι οι έντονες κίτρινες οριζόντιες λωρίδες που διατρέχουν τα πλευρά του και τα σκούρα σημάδια στο πρώτο ραχιαίο πτερύγιο.
Το προφίλ του κεφαλιού του είναι πιο ομαλό και κεκλιμένο σε αντίθεση με το απότομο και κάθετο προφίλ της Κουτσομούρας. Κάτω από το σαγόνι του διαθέτει δύο χαρακτηριστικά μακριά μουστάκια τα οποία είναι αισθητήρια όργανα αφής και γεύσης. Όταν το ψάρι ψάχνει για τροφή τα μουστάκια κινούνται συνεχώς σκάβοντας τον βυθό ενώ όταν κολυμπάει τα μαζεύει σε ειδικές υποδοχές στο σαγόνι.
Είναι ένα βενθικό είδος που ζει κοντά στον βυθό. Προτιμά τους βραχώδεις βυθούς τους υφάλους και κυρίως τις τραγάνες δηλαδή τους βυθούς που αποτελούνται από μείγμα πέτρας άμμου και χαλικιού. Το συναντάμε συνήθως σε βάθη από 10 έως 100 μέτρα αν και τα γέρικα άτομα μπορεί να κατέβουν και βαθύτερα. Τα νεαρά άτομα σχηματίζουν συχνά κοπάδια ενώ τα μεγαλύτερα γίνονται πιο μοναχικά.
Το Μπαρμπούνι είναι γενικά μεγαλύτερο από την Κουτσομούρα. Το συνηθισμένο μήκος του κυμαίνεται από 15 έως 25 εκατοστά. Μπορεί όμως να φτάσει σε μέγιστο μήκος τα 40 εκατοστά και βάρος που ξεπερνά το 1 κιλό ειδικά σε περιοχές που δεν αλιεύονται εντατικά.
Είναι σαρκοφάγο ψάρι που τρέφεται κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας. Χρησιμοποιεί τα ευαίσθητα μουστάκια του για να ανιχνεύσει μικρούς οργανισμούς που κρύβονται μέσα στην άμμο ή κάτω από πετραδάκια. Η δίαιτα του αποτελείται από βενθικά ασπόνδυλα όπως μικρές γαρίδες καβουράκια σκουλήκια και μαλάκια.
Σημαντικά Ευρήματα Ερευνών
Η IUCN κατατάσσει το Μπαρμπούνι στα είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern). Ωστόσο επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι σε πολλές περιοχές της Μεσογείου οι πληθυσμοί του δέχονται μεγάλη πίεση από την υπεραλίευση. Έρευνες έδειξαν επίσης ότι τα θηλυκά μεγαλώνουν γρηγορότερα και ζουν περισσότερο από τα αρσενικά φτάνοντας συχνά τα 10 χρόνια ζωής.