Scyliorhinus canicula


Το Σκυλοψαράκι, γνωστό και ως Σκυλάκι ή Σκυλούλης, είναι ένας από τους πιο άφθονους, μικρούς και ακίνδυνους καρχαρίες των ελληνικών θαλασσών. Ανήκει στην οικογένεια των Σκυλιορινιδών (Scyliorhinidae) που σημαίνει σκυλο-ρίνες, λόγω του χαρακτηριστικού ρύγχους τους. Το σώμα του είναι μακρόστενο και λεπτό, με δέρμα εξαιρετικά τραχύ σαν γυαλόχαρτο. Το χρώμα του είναι συνήθως μπεζ, καφέ ή γκρι, καλυμμένο με αμέτρητες μικρές, σκούρες καφέ ή μαύρες κηλίδες που μοιάζουν με φακίδες.
Ένα από τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά του είναι τα μεγάλα, οβάλ μάτια του που μοιάζουν με μάτια γάτας (εξού και το αγγλικό όνομα Catshark). Συχνά συγχέεται με τον συγγενή του Γάτο (Scyliorhinus stellaris), αλλά το Σκυλοψαράκι είναι μικρότερο και οι κηλίδες του είναι πολύ πιο πυκνές και μικρές, σε αντίθεση με τις μεγάλες και αραιές βούλες του Γάτου που θυμίζουν λεοπάρδαλη. Επίσης, τα ρουθούνια του Σκυλοψαριού ενώνονται με το στόμα του, ενώ του Γάτου είναι ξεχωριστά.
Είναι ένα βενθικό είδος που περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στον βυθό. Προτιμά αμμώδεις, λασπώδεις ή κοραλλιογενείς βυθούς, αλλά και περιοχές με φύκια. Το συναντάμε σε μεγάλο εύρος βαθών, από τα ρηχά νερά των 10 μέτρων έως και τα 400 μέτρα, αν και είναι πιο κοινό στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα μεταξύ 50 και 150 μέτρων. Είναι νυκτόβιο είδος. Κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένει ακίνητο και κουλουριασμένο στον βυθό, συχνά σε ομάδες, και δραστηριοποιείται τη νύχτα για να κυνηγήσει.
Είναι μικρόσωμος καρχαρίας. Το συνηθισμένο μήκος αλίευσης είναι 20 έως 50 εκατοστά. Μπορεί να φτάσει σε μέγιστο μήκος τα 80 εκατοστά (ή σπάνια το 1 μέτρο), με τα θηλυκά να είναι συνήθως ελαφρώς μεγαλύτερα από τα αρσενικά.
Είναι ένας ενεργός και ευκαιριακός θηρευτής του βυθού. Τρέφεται κυρίως με βενθικά ασπόνδυλα, όπως μαλακόστρακα (καβούρια, γαρίδες, καραβίδες) και μαλάκια (καλαμάρια, χταπόδια, γαστερόποδα). Επίσης, καταναλώνει μικρά βυθόβια ψάρια (όπως γωβιούς και δράκαινες) και σκουλήκια (πολύχαιτους).
Το Σκυλοψαράκι είναι ωοτόκο είδος. Η αναπαραγωγή του είναι εντυπωσιακή και λαμβάνει χώρα σχεδόν όλο τον χρόνο, με κορύφωση την άνοιξη και το καλοκαίρι. Το θηλυκό πλησιάζει τα ρηχά νερά και γεννά ζεύγη αυγών, τα οποία προστατεύονται μέσα σε σκληρές, ορθογώνιες, κεράτινες κάψουλες. Αυτές οι κάψουλες έχουν μακριές, στριφογυριστές ίνες (κλωστές) στις τέσσερις γωνίες τους, οι οποίες μπλέκονται σε φύκια, σφουγγάρια ή κοράλλια, κρατώντας το αυγό σταθερό και οξυγονωμένο. Τα έμβρυα αναπτύσσονται μέσα στην κάψουλα για 5 έως 11 μήνες πριν εκκολαφθούν. Οι άδειες κάψουλες που ξεβράζονται συχνά στις παραλίες ονομάζονται λαϊκά πορτοφόλια της γοργόνας.
Αλιεύεται σε τεράστιες ποσότητες ως παράπλευρο αλίευμα (bycatch) από τράτες βυθού, στατικά δίχτυα και παραγάδια. Στην Ελλάδα έχει πολύ χαμηλή εμπορική αξία και συχνά απορρίπτεται στη θάλασσα. Ωστόσο, το κρέας του είναι φαγώσιμο (αφού αφαιρεθεί το σκληρό δέρμα) και χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές για τηγάνισμα ή σούπα, αν και θεωρείται κατώτερης ποιότητας από τον Γαλέο.
Η IUCN κατατάσσει το Σκυλοψαράκι στα είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern), καθώς οι πληθυσμοί του παραμένουν σταθεροί ή και αυξάνονται σε ορισμένες περιοχές, πιθανώς λόγω της μείωσης των φυσικών του θηρευτών. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι είναι ένα εξαιρετικά ανθεκτικό είδος, με υψηλά ποσοστά επιβίωσης ακόμα και μετά την απόρριψή του από τα αλιευτικά εργαλεία, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση του πληθυσμού του.