Dentex dentex
Η Συναγρίδα είναι η αδιαμφισβήτητη Βασίλισσα των βυθών της Μεσογείου και ένα από τα πιο επιβλητικά ψάρια της οικογένειας των Σπαριδών (Sparidae). Το επιστημονικό της όνομα Dentex προέρχεται από τη λατινική λέξη dens που σημαίνει δόντι, περιγράφοντας απόλυτα το κύριο χαρακτηριστικό της. Διαθέτει ένα πολύ ισχυρό σαγόνι, οπλισμένο με 4 έως 6 μεγάλα, γαμψά δόντια (κυνόδοντες) σε κάθε γνάθο, τα οποία είναι ορατά ακόμα και όταν έχει το στόμα της κλειστό, προσδίδοντας της μια άγρια και επιθετική όψη. Σε αντίθεση με το Φαγκρί, δεν διαθέτει γομφίους (δόντια για μάσημα), καθώς καταπίνει ή κομματιάζει τη λεία της.
Το σώμα της είναι στιβαρό, οβάλ και πλευρικά συμπιεσμένο, με ένα μεγάλο και επιβλητικό κεφάλι. Το χρώμα της είναι εντυπωσιακό, μια μίξη χρυσού και ασημί με έντονες ροζ ανταύγειες, το οποίο σκουραίνει όταν το ψάρι είναι στρεσαρισμένο ή κυνηγάει. Όταν είναι ζωντανή, η ράχη και τα πλευρά της στολίζονται με μικρά, ιριδίζοντα μπλε και μωβ στίγματα που μοιάζουν με πολύτιμους λίθους, τα οποία όμως χάνονται γρήγορα μετά τον θάνατο.
Είναι ένα βενθοπελαγικό είδος που ζει κυρίως σε βραχώδεις βυθούς με έντονο ανάγλυφο, ξέρες, απότομα κοψίματα και ναυάγια, όπου βρίσκει κρυψώνες και περάσματα για κυνήγι. Τη συναντάμε επίσης στα όρια των λιβαδιών Ποσειδωνίας. Το βάθος που κινείται ποικίλλει ανάλογα με την εποχή, το καλοκαίρι πλησιάζει σε ρηχά νερά (15 έως 50 μέτρα), ενώ τον χειμώνα κατεβαίνει βαθύτερα, φτάνοντας τα 200 μέτρα. Τα νεαρά άτομα είναι κοινωνικά και σχηματίζουν κοπάδια, αλλά οι ενήλικες Συναγρίδες είναι μοναχικοί και κυρίαρχοι θηρευτές που περιπολούν την περιοχή τους.
Η Συναγρίδα είναι μεγάλο ψάρι. Το συνηθισμένο μήκος αλίευσης κυμαίνεται από 35 έως 50 εκατοστά, και το βάρος από 1 έως 3 κιλά. Ωστόσο, είναι είδος που μπορεί να φτάσει σε μέγιστο μήκος το 1 μέτρο και βάρος που ξεπερνά τα 14-15 κιλά, αν και τέτοια μεγέθη-τρόπαια είναι πλέον σπάνια.
Είναι ένας αδίστακτος, ταχύτατος και εξαιρετικά ευφυής θηρευτής. Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με άλλα ψάρια (όπως γόπες, καλόγριες, χάνους, σαρδέλες) και κεφαλόποδα. Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα καλαμάρια και τις σουπιές, τα οποία κυνηγάει με μανία.
Η αναπαραγωγή της Συναγρίδας λαμβάνει χώρα την άνοιξη, συνήθως από τον Μάρτιο έως τον Μάιο ή αρχές Ιουνίου, ανάλογα με τη θερμοκρασία των υδάτων. Σε αντίθεση με πολλά άλλα είδη της οικογένεια της (όπως ο Ροφός ή το Λυθρίνι), η Συναγρίδα είναι κυρίως γονοχωριστικό είδος. Αυτό σημαίνει ότι τα φύλα είναι ξεχωριστά από τη γέννηση (υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά) και δεν αλλάζουν φύλο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αν και έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ερμαφροδιτισμού σε νεαρά άτομα.
Θεωρείται το «Άγιο Δισκοπότηρο» για τους ερασιτέχνες ψαράδες, λόγω της μεγάλης δυσκολίας στη σύλληψη της. Είναι καχύποπτη και δυνατή. Αλιεύεται με τεχνικές όπως η συρτή βυθού (με φύλακα και ζωντανό δόλωμα), το jigging και το ψαροντούφεκο (καρτέρι). Οι επαγγελματίες τη ψαρεύουν με χοντρά παραγάδια και δίχτυα. Το κρέας της είναι λευκό, σφιχτό, με ελάχιστο λίπος και μια μοναδική, βασιλική γεύση, που την κατατάσσει στα πιο ακριβά και εκλεκτά ψάρια της αγοράς (Α' κατηγορίας).
Η IUCN κατατάσσει τη Συναγρίδα ως Ευάλωτο (Vulnerable) είδος στη Μεσόγειο. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι είναι είδος με αργή ανάπτυξη και μεγάλη διάρκεια ζωής (άνω των 20 ετών). Οι πληθυσμοί της έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της υπεραλίευσης, και ιδιαίτερα λόγω της ερασιτεχνικής και παράνομης αλιείας κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, όταν τα ψάρια συγκεντρώνονται σε ρηχά νερά και γίνονται ευάλωτα. Έρευνες σε θαλάσσια πάρκα έχουν δείξει ότι η προστασία των περιοχών αναπαραγωγής είναι κρίσιμη για την ανάκαμψη του είδους.