Sparus aurata


Η Τσιπούρα είναι το πιο διάσημο και αγαπητό ψάρι της Μεσογείου. Είναι η αδιαμφισβήτητη Βασίλισσα τόσο της επαγγελματικής αλιείας όσο και των ιχθυοκαλλιεργειών, γνωστή για τη χαρακτηριστική «χρυσή κορώνα» της και το εξαιρετικό της κρέας.
Το επιστημονικό της όνομα Sparus aurata προέρχεται από τη λατινική λέξη aurum (χρυσός). Αυτό αναφέρεται στο πιο χαρακτηριστικό της γνώρισμα, μια έντονη, χρυσή λωρίδα (τόξο) που βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια της, σαν χρυσό φρύδι ή κορώνα. Επίσης, έχει μια μεγάλη κόκκινη-πορτοκαλί κηλίδα στο βραγχιακό επικάλυμμα (μάγουλο), που την κάνει να ξεχωρίζει αμέσως από τους άλλους Σπαρίδες, όπως τον Σαργό.
Υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ άγριας και ιχθυοκαλλιέργειας. Η άγρια Τσιπούρα (Αλανιάρα) έχει πολύ πιο λαμπερό ασημί χρώμα, με έντονο χρυσό τόξο, καθαρά, φωτεινά πτερύγια και σώμα πιο μακρόστενο και αθλητικό. Αντίθετα, η Τσιπούρα ιχθυοτροφείου είναι συχνά πιο σκούρα, μουντή γκριζωπή, με σώμα πιο κοντόχοντρο και παχύ, ενώ μπορεί να της λείπουν λέπια λόγω τριβής στα δίχτυα.
Είναι ένα βυθόβιο ψάρι με οβάλ, ψηλό και πλευρικά συμπιεσμένο σώμα. Το κεφάλι της είναι μεγάλο και δυνατό, φτιαγμένο για να σπάει όστρακα. Είναι ευρύαλο είδος (όπως το Λαβράκι), που σημαίνει ότι αντέχει μεγάλες αλλαγές στην αλατότητα. Γι' αυτό τη βρίσκουμε παντού, σε βραχώδεις και λασπώδεις βυθούς, σε λιβάδια Ποσειδωνίας (φύκια), αλλά και μέσα σε λιμνοθάλασσες και εκβολές ποταμών, όπου τα νερά είναι υφάλμυρα. Ζει συνήθως σε ρηχά νερά (0-30 μέτρα), αλλά οι μεγάλες κατεβαίνουν βαθύτερα, έως και τα 150 μέτρα.
Το συνηθισμένο μήκος είναι 25-35 εκατοστά. Ωστόσο, η άγρια Τσιπούρα μπορεί να γίνει τεράστια, ξεπερνώντας τα 70 εκατοστά και τα 6-7 κιλά σε βάρος, με μέγιστο καταγεγραμμένο βάρος τα 17.2 κιλά.
Η Τσιπούρα έχει απίστευτα δυνατά σαγόνια. Διαθέτει 4-6 κυνόδοντες μπροστά για να αρπάζει, και σειρές από γομφίους (τραπεζίτες) πίσω για να συνθλίβει. Τρέφεται κυρίως με σκληρά θηράματα, μύδια (είναι ο φόβος των μυδοκαλλιεργειών), κυδώνια, καβούρια και αχινούς, τα οποία σπάει με ευκολία. Επίσης, τρέφεται με ψάρια και κεφαλόποδα.
Η Τσιπούρα είναι πρωτανδρικό ερμαφρόδιτο είδος. Γεννιέται και ωριμάζει σεξουαλικά ως αρσενικό (σε ηλικία 1-2 ετών). Αργότερα (σε ηλικία 2-3 ετών), αλλάζει φύλο και γίνεται θηλυκό. Η αναπαραγωγή γίνεται το Φθινόπωρο και τον Χειμώνα, κυρίως από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο, συχνά μέσα σε λιμνοθάλασσες ή ρηχά νερά.
Αλιεύεται με δίχτυα, παραγάδια και είναι αγαπημένο θήραμα για καλάμι από την ακτή (casting με δόλωμα μύδι, καβούρι ή μάνα) και ψαροντούφεκο. Έχει τεράστια εμπορική αξία. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά ψάρια της Μεσογείου, και λόγω της μαζικής παραγωγής ιχθυοκαλλιέργειας (πάνω από 100.000 τόνους ετησίως), είναι διαθέσιμη όλο τον χρόνο σε προσιτή τιμή, αποτελώντας βασικό κομμάτι της διατροφής μας. Το ελάχιστο επιτρεπόμενο μέγεθος αλίευσης στη Μεσόγειο είναι τα 20 εκατοστά.
Η IUCN κατατάσσει την Τσιπούρα στα είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (Least Concern) σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας μπορεί να διαφεύγουν και να αναπαράγονται με άγριους πληθυσμούς, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τη γενετική δομή των άγριων αποθεμάτων. Επίσης, έρευνες στη διατροφή της έδειξαν ότι προσαρμόζεται εύκολα, καταναλώνοντας περισσότερα ψάρια την άνοιξη και μαλάκια το καλοκαίρι και το φθινόπωρο.