Σιλλάγο
Sillago suezensis
Γνωστό και ως Ασημοσιλλάγο
Κόκκινος Κατάλογος IUCN Μη Αξιολογημένο (NE) τι σημαίνει;Δεν έχει εξεταστεί ακόμα.
Το Σιλλάγο είναι ένα από τα ψάρια που πιάνει ο κόσμος από την ακτή και μένει με το ερώτημα στο χέρι. Δεν μοιάζει με τίποτα από όσα ξέρουμε, δεν έχει παλιό όνομα και δεν το θυμούνται οι παππούδες. Και για πολύ καλό λόγο: πριν από πενήντα χρόνια δεν υπήρχε στη Μεσόγειο.
Το σώμα του είναι μακρόστενο και σχεδόν κυλινδρικό στη διατομή, όχι πλατύ και υψίκορμο. Το ρύγχος είναι μυτερό και κωνικό, με μικρό στόμα στην άκρη, και το προφίλ του κεφαλιού πάνω από τα μάτια είναι σχεδόν ευθύ. Τα μάτια είναι μεγάλα. Η ράχη είναι ανοιχτή καφετιά προς λαδί και όλη η πλευρά καθαρά ασημένια.
Τρία σημάδια το ξεχωρίζουν από οτιδήποτε άλλο θα πιάσετε στα ρηχά:
Το δεύτερο ραχιαίο πτερύγιο. Έχει δύο ραχιαία. Το πρώτο είναι κοντό και αγκαθωτό, με 11 αγκάθια. Το δεύτερο είναι μακρύ και χαμηλό και τρέχει σχεδόν σε όλη την υπόλοιπη ράχη, με 21 μαλακές ακτίνες, ακριβώς απέναντι από το εδρικό πτερύγιο.
Η ουρά. Είναι διχαλωτή και τα άκρα των δύο λοβών της είναι μαύρα. Αυτή η μαύρη άκρη είναι το πιο γρήγορο σημάδι αναγνώρισης.
Τα κίτρινα πτερύγια. Τα θωρακικά, τα κοιλιακά και το εδρικό έχουν μια κιτρινωπή απόχρωση που ξεχωρίζει πάνω στο ασημί σώμα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν μοιάζει με κανένα ιθαγενές ψάρι της Μεσογείου. Δεν υπάρχει εδώ άλλο είδος της οικογένειάς του, και ακριβώς γι' αυτό μένει χωρίς όνομα στα χέρια όποιου το πιάνει.
Αν θυμίζει κάτι, είναι η Αθερίνα, από το ασημί χρώμα και τα δύο ραχιαία πτερύγια. Η Αθερίνα όμως είναι πολύ μικρότερη, έχει μια φαρδιά λαμπερή ασημένια ταινία κατά μήκος της πλευράς και το δεύτερο ραχιαίο της είναι κοντό. Ένας μικρός Λούτσος έχει επίσης επίμηκες ασημί σώμα, αλλά ξεχωρίζει αμέσως από την προεξέχουσα κάτω σιαγόνα με τα δόντια και από τα δύο κοντά ραχιαία που απέχουν πολύ μεταξύ τους.
Πώς το λένε. Δεν έχει καθιερωμένη ελληνική ονομασία. Ούτε επίσημη, ούτε λαϊκή. Έφτασε στα ελληνικά νερά μόλις την τελευταία δεκαετία, οπότε δεν πρόλαβε να πάρει όνομα από τους ψαράδες, και δεν περιλαμβάνεται στον επίσημο κατάλογο εμπορικών ονομασιών. Εδώ το γράφουμε Σιλλάγο ή Ασημοσιλλάγο, από το επιστημονικό του όνομα. Αν το πιάσετε και δεν ξέρετε πώς να το πείτε, δεν φταίτε εσείς.
Είναι ψάρι της αμμουδιάς. Ζει πάνω σε ρηχούς αμμώδεις πυθμένες, σε ανοιχτές παραλίες, σε αμμώδεις γλώσσες και σε προστατευμένους κόλπους.
Το εντυπωσιακό είναι πόσο ρηχά βρίσκεται. Το καταγεγραμμένο εύρος βάθους φτάνει τα 40 μέτρα, αλλά στην πράξη τα περισσότερα άτομα πιάνονται μεταξύ ενός και δύο μέτρων. Τα δύο ψάρια της πρώτης ελληνικής καταγραφής πιάστηκαν στα 2 μέτρα και το ψάρι της πρώτης καταγραφής στο Αιγαίο της Τουρκίας σε ένα με δύο μέτρα, από την ακτή. Είναι κυριολεκτικά ψάρι των ποδιών σας.
Κινείται σε κοπάδια. Όπως όλα τα μέλη της οικογένειάς του, όταν ενοχληθεί χώνεται μέσα στην άμμο και εξαφανίζεται. Αν ποτέ δείτε μια σκιά να χάνεται μέσα στον πυθμένα ενώ περπατάτε στα ρηχά, πιθανότατα ήταν αυτό.
Τρέφεται με βενθικά ασπόνδυλα, δηλαδή με ζώα που ζουν μέσα και πάνω στην άμμο.
Η κύρια τροφή του είναι τα πολύχαιτα σκουλήκια, τα ίδια που χρησιμοποιούμε ως δολώματα. Σε μικρότερο ποσοστό τρώει καρκινοειδή. Στα στομάχια ψαριών της οικογένειας έχουν βρεθεί επίσης μικρά μαλάκια, δίθυρα και ερμητικά καβούρια.
Το μικρό στόμα στην άκρη του μυτερού ρύγχους είναι ακριβώς το εργαλείο για αυτή τη δουλειά. Το ψάρι σκαλίζει την άμμο και τραβά ό,τι κρύβεται από κάτω.
Αυτό εξηγεί και γιατί πιάνεται τόσο εύκολα με φυσικό δόλωμα. Ένα κομμάτι σκουληκιού στην άμμο είναι ακριβώς η φυσική του τροφή.
Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο. Στη μελέτη που έγινε στα ανοιχτά του Πορτ Σάιντ, και τα δύο φύλα βρέθηκαν ώριμα τον Σεπτέμβριο, ενώ τα πρώτα νεαρά άτομα των 6 και 7 εκατοστών εμφανίστηκαν τον Νοέμβριο. Η θερμοκρασία του νερού φαίνεται να είναι αυτή που πυροδοτεί την ωοτοκία.
Η αναλογία των φύλων είναι σχεδόν ισορροπημένη, με ελαφρά υπεροχή των θηλυκών. Υπάρχει όμως ένα ενδιαφέρον μοτίβο κατά μέγεθος: στα μικρότερα ψάρια, από 12 έως 16 εκατοστά, κυριαρχούν τα αρσενικά, ενώ στα μεγαλύτερα, από 17 έως 19 εκατοστά, κυριαρχούν τα θηλυκά. Τα θηλυκά δηλαδή φτάνουν σε μεγαλύτερα μεγέθη.
Πιάνεται εύκολα από την ακτή, με λεπτή αρματωσιά, μικρό αγκίστρι και κομμάτι σκουληκιού πάνω στην άμμο. Το ψάρι της πρώτης καταγραφής στο Αιγαίο της Τουρκίας πιάστηκε με καλάμι από την παραλία, με δόλωμα κοτόπουλο.
Στην επαγγελματική αλιεία της ανατολικής Μεσογείου εμφανίζεται κυρίως στις μηχανότρατες βυθού. Στην Αίγυπτο καταγράφηκε αρχικά μέσα στα απορριπτόμενα αλιεύματα, δηλαδή σε αυτά που πετιούνται, αλλά οι ερευνητές το χαρακτηρίζουν είδος με οικονομική σημασία και θεωρούν την εγκατάστασή του θετική εξέλιξη για την τοπική αλιεία. Στα παράλια της Τουρκίας η αφθονία του αυξάνεται ταχύτατα.
Η οικογένεια στην οποία ανήκει, οι Σιλλαγινίδες, είναι εκτιμημένα εδώδιμα ψάρια σε όλη την περιοχή του Ινδικού και του Ειρηνικού, όπου αλιεύονται συστηματικά. Το μικρό του μέγεθος όμως σημαίνει ότι χρειάζονται πολλά για ένα πιάτο.
Στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν έχει εμπορική αξία και δεν περιλαμβάνεται στον επίσημο κατάλογο εμπορικών ονομασιών, κάτι αναμενόμενο για ένα είδος που περιγράφηκε το 2013 και έφτασε στα ελληνικά νερά την τελευταία δεκαετία.
Αυτό το ψάρι έχει δύο ιστορίες που αξίζουν. Η μία είναι πώς ήρθε και η άλλη είναι πώς ανακαλύφθηκε ότι δεν ήταν αυτό που νομίζαμε.
Πώς ήρθε. Είναι λεσσεψιανό είδος, δηλαδή πέρασε στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Η διαδρομή του καταγράφηκε βήμα βήμα: Λίβανος 1977, που είναι και η πρώτη καταγραφή στη Μεσόγειο, Ισραήλ 1985, Τουρκία και Αίγυπτος 1994. Ακολούθησε η Κύπρος. Στη συνέχεια άρχισε να ανεβαίνει βόρεια: στις 9 Ιουλίου 2018 πιάστηκε ένα άτομο με καλάμι από την ακτή στον κόλπο Γκιόκοβα της Τουρκίας, στο νότιο Αιγαίο. Και τελικά έφτασε στα ελληνικά νερά.
Η πρώτη ελληνική καταγραφή έγινε στη Ρόδο, όπου ένας ερασιτέχνης ψαράς έπιασε δύο άτομα σε βάθος 2 μέτρων. Δημοσιεύτηκε το 2019 στο περιοδικό Mediterranean Marine Science. Είναι δηλαδή ένα ψάρι που μπήκε στην ελληνική πανίδα πριν από ελάχιστα χρόνια.
Πώς ανακαλύφθηκε ότι ήταν άλλο είδος. Για 36 χρόνια όλοι νόμιζαν ότι ο πληθυσμός της Μεσογείου ήταν το Sillago sihama, ένα ευρέως διαδεδομένο είδος του Ινδοειρηνικού. Το 2013 όμως οι Golani, Fricke και Tikochinski εξέτασαν τα ψάρια με ανάλυση DNA και βρήκαν ισχυρή γενετική απόκλιση από τους πληθυσμούς του Χονγκ Κονγκ και της νότιας Ερυθράς Θάλασσας. Ήταν διαφορετικό είδος, που δεν είχε ονομαστεί ποτέ. Το περιέγραψαν ως Sillago suezensis, από τη διώρυγα απ' όπου πέρασε.
Υπάρχει και μορφολογική διαφορά, ορατή με γυμνό μάτι: η ουρά του Sillago suezensis είναι έντονα διχαλωτή, ενώ του Sillago sihama είναι ίσια κομμένη. Γι' αυτό, αν βρείτε παλιότερες αναφορές που μιλούν για Sillago sihama στη Μεσόγειο, στην πραγματικότητα αναφέρονται σε αυτό εδώ το ψάρι.
Η κατάσταση του είδους. Στον Κόκκινο Κατάλογο της IUCN είναι Μη Αξιολογημένο (NE). Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι κινδυνεύει ούτε ότι είναι ασφαλές, σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί ακόμα, και ο λόγος είναι πρακτικός: το είδος περιγράφηκε μόλις το 2013. Τα διαθέσιμα στοιχεία πάντως δείχνουν είδος χωρίς καμία πίεση. Η ανθεκτικότητά του χαρακτηρίζεται υψηλή, με χρόνο διπλασιασμού του πληθυσμού μικρότερο από 15 μήνες, και ο δείκτης τρωτότητας είναι 22 στα 100, δηλαδή χαμηλός. Στη Μεσόγειο μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο από κίνδυνο, καθώς ο πληθυσμός του αυξάνεται και το είδος επεκτείνεται προς τα βόρεια.
Δεν υπάρχουν στη Μεσόγειο ιθαγενή είδη της οικογένειας των Σιλλαγινιδών. Οπότε αν κρατάτε ένα σιλλάγο στην ανατολική Μεσόγειο, είναι αυτό.